Ο Κιτσαράς ήταν ένας συμμαθητής μας που έμενε Αγκύλης και Πυθέου απέναντι από την παιδική χαρά. Τη χρονιά εκείνη ήταν συγκάτοικός μου στο δεύτερο θρανίο της μεσαίας σειράς. Για κάποιο λόγο θεωρήθηκε υπεύθυνος για ένα κατά τη γνώμη της καθηγήτριας σοβαρό παράπτωμα σε σχέση με κάποιον άλλο συμμαθητή μας, και αφού τον σήκωσε όρθιο του ζήτησε να παραδεχθεί το φταίξιμό του. Ο καημένος ο Κιτσαράς δεν είχε κάνει τίποτε και φυσικά με κατεβασμένο το κεφάλι είπε δεν το έκανα εγώ κυρία. Δέχτηκε το πρώτο χαστούκι στο μάγουλο. Επαναλήφθηκε η ερώτηση επαναλήφθηκε η άρνηση δέχτηκε δεύτερο ισχυρότερο χαστούκι, στο μάγουλο. Με ανακριτικό ζήλο συνέχισε να ρωτά να δέχεται την ίδια απάντηση και να δίνει νέο χαστούκι. Η τάξη άφωνη παρακολουθούσε την τραγωδία που εξελισσόταν. Μετρήσαμε δεκαπέντε χαστούκια. Ο συμμαθητής μας έκλαιγε σιωπηλά, και τα ίχνη από τα δάκτυλα της καθηγήτριας στο μάγουλό του αποτυπωμένα και στο μυαλό μας ανεξίτηλα. Αφού δεν έφερε αποτέλεσμα η ανακριτική μέθοδος, φάνηκε και η ίδια να αμφιταλαντεύεται και να αμφιβάλει αν είχε τη σωστή πληροφορία για τον ένοχο και άρχισε ίσως να συνειδητοποιεί τι είχε κάνει στο συμμαθητή μας. Η τάξη εμβρόντητη δεν μπορούσε να πιστέψει τι συνέβαινε. Ένοιωσα ένα φόβο να με κυριεύει και περίμενα να τελειώσει η ώρα και μαζί με αυτή και το μαρτύριο του συμμαθητή και της τάξης.
Α.Λ.(Pt4)