Τάξη του 1970






Καλωσορίζουμε τους συμμαθητές και φίλους που έρχονται στη σελίδα μας γιά να θυμηθούμε στιγμές απ' τα καλύτερά μας χρόνια, να συγκινηθούμε να γελάσουμε, να ξαναζήσουμε το χρόνο που έφυγε, να επικοινωνήσουμε...
καλώς ήρθατε λοιπόν

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τσάντες 1. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τσάντες 1. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου 2011

Να πάει πίσω...

Την εποχή αυτή ανεβαίνει το ριμέικ της παλιάς αγαπημένης ταινίας της δεκαετίας του 60, «Ο πόλεμος των κουμπιών» με την καταπληκτική εκείνη ιστορία των παιδιών που μάχονταν μεταξύ τους για την αφαίρεση των κουμπιών των αντίπαλων ομάδων. Μου θύμισε τον αντίστοιχο δικό μας «πόλεμο των τσαντών» που πρωτοξεκίνησε στο δεύτερο εξάμηνο της έκτης στο τμήμα μας. Δεν θυμάμαι αν επεκτάθηκε και στα άλλα τμήματα, σίγουρα όμως αποτέλεσε μια δική μας πρωτοτυπία και έγινε ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα των πρωινών αλλά και ιδιαίτερα των απογευματινών μαθημάτων.
Ας αρχίσουμε όμως την αφήγηση μπαίνοντας σιγά σιγά στο θέμα για να καταλάβουν και οι μη μυημένοι τι ακριβώς συνέβαινε τον χειμώνα και την άνοιξη του 70 στην τάξη μας.
Βέβαια θα πει κανείς ότι στην ανατροπή των πάντων που συμβαίνει γύρω μας εμείς περί άλλα τυρβάζουμε, ας προσπαθήσουμε όμως αγαπητοί συμμαθητές και φίλοι να βάλουμε για λίγο στην άκρη τα μαύρα που μας τριγυρίζουν και να βάλουμε λίγο χρώμα απ’ το δικό μας χτες που έμοιαζε τόσο ανέμελο για όλους μας, και συνεχίζει σε πολλούς από μας να είναι το καλό μας παραμύθι που δίνει μια χαραμάδα χαλάρωσης, μια υποψία χαμόγελου, ένα κοινό σημείο επαφής που τόσο ανάγκη έχουμε τις άγριες τούτες ημέρες..
Τα θρανία μας λοιπόν ήταν τοποθετημένα σε τρεις σειρές. Η σειρά προς τον τοίχο, η μεσαία σειρά, και η σειρά προς τα παράθυρα. Γιατί περιγράφω την τοποθέτηση των θρανίων θα καταλάβετε αμέσως. Οι τσάντες μας σε κείνα τα παλιά ξύλινα θρανία αν και είχαν χώρο υποδοχής δεν μπορούσαν να φιλοξενηθούν διότι κι ο χώρος μικρός και οι τσάντες παραφουσκωμένες. Έτσι λοιπόν τις ακουμπούσαμε δίπλα στα πόδια μας, περιορίζοντας λίγο το χώρο διέλευσης αλλά κάναμε τη δουλειά μας. Σε όλες τις τάξεις οι τσάντες καθαυτές δεν είχαν δημιουργήσει ποτέ πρόβλημα ούτε η αισθητική τους ούτε το περιεχόμενό τους ούτε η θέση που τις τοποθετούσαμε. Ήταν άλλωστε ένα αναγκαίο είδος και τίποτε περισσότερο. Θυμάστε όταν πηγαίναμε για μπάλα στην τρίτη γυμνασίου στο τρίγωνο κάτω απ’ το πρώτο νεκροταφείο τις απιθώναμε σε σωρούς χωρίς να μας ενδιαφέρει αν σκονιστούν ή αν αδειάσει το περιεχόμενό τους. Ο μόνος που κράταγε την τσάντα του έξω απ’ το σωρό ήταν ο Ηλίας που το σπίτι του ήταν στον ένα δρόμο που όριζε το γήπεδο και την άφηνε στη μητέρα του πριν επιστρέψει στο στίβο.
Η αξία της τσάντας λοιπόν σαν είδος ανάγκης παρέμεινε σταθερή για όλους μας μέχρι την τελευταία χρονιά ή σχεδόν για όλους μας, μιας και υπήρχε και κάποιος που ποτέ δεν έφερνε τσάντα μαζί του, η αξία της όμως σαν είδος διασκέδασης απογειώθηκε, ειδικά στο δεύτερο εξάμηνο της έκτης. Τότε νομίζω και η ευρηματικότητα σε κωμικές καταστάσεις έφτασε στο απόγειό της ίσως ένα αντιστάθμισμα στο επερχόμενο άγχος των εισαγωγικών, ίσως η πραγματική αίσθηση του χιούμορ που αναπτύχθηκε έντονα στην τάξη μας.
Επανέρχομαι λοιπόν στη χωροταξία των θρανίων στην αίθουσα , ας με συγχωρήσουν οι συμμαθητές μου μηχανικοί που μπαίνω στα χωράφια τους, και τα προβλήματα που αυτή δημιουργούσε. Οι δυό εξωτερικές σειρές προς τον τοίχο και προς τα παράθυρα έδιναν μια σχετικά ασφαλή θέση στους συμμαθητές που κάθονταν σ’ αυτές για την τοποθέτηση της τσάντας ενώ οι εξωτερικές προς τους διαδρόμους σειρές και η ταλαίπωρη μεσαία σειρά είχαν τις τσάντες διαρκώς εκτεθειμένες στο κοινό.
Δεν μπορώ να θυμηθώ ποιος ξεκίνησε την ιστορία αυτή ούτε γιατί, εκείνο όμως που μπορώ να θυμηθώ ήταν η αγωνία των πρώτων θρανίων όπου συνήθως «κατοικούσα» για την πολλαπλά εκτεθειμένη θέση τους.
Α.Λ. (pt1)